|
ad
|
|
|
|
|
|
|
ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Ελληνικά προς Αγγλικά | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω | |||
| English to Greek | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | |
| On line τεστ γνώσης : όροι στα Αγγλικά-Ελληνικά-Αγγλικά eurodicautom : πολύ καλό λεξικό των γλωσσών της Ευρωπαικής Κοινότητος |
|||||||||||||||||||||||||||
|
--- Π ---
|
|
| Ελληνικά | Αγγλικά |
| πάγια (σταθερά) έξοδα | standard charges |
| πάγια εντολή | standing order |
| πάγια έξοδα | fixed charges |
| πάγια κονδύλια | consols |
| πάγια παθητικά | deferred liability |
| πάγια περιουσιακά στοιχεία | fixed assets |
| πάγωμα (των ωρομισθίων) | stag |
| παθητικά τρίτων | external liability |
| παθητικό | liabilities |
| παθητικό | liability |
| παραβίαση, παράβαση | violation |
| παραγραφή | statute of limitations |
| παραγωγή | output |
| παραγωγή | production |
| παραγωγή ασφαλίστρων | premium income |
| παραγωγή ασφαλίστρων | production |
| παραγωγικότητα | productivity |
| παραγωγός | producer |
| παράδοση έναντι πληρωμής | COD (cash on delivery) |
| παράδοση συμβολαίου | delivery of policy |
| παραίτηση, εξαγορά | surrender |
| παράλειψη | omission |
| παράρτημα, σχέδιο, πρόγραμμα | schedule |
| παραχώρηση | concession |
| παρέκκλιση | deviation |
| παροχή | benefit |
| παροχή υπηρεσίας | service |
| πελάτης | client |
| περιγραφή κινδύνου | description of risk |
| περιεχόμενα | contents |
| περιθώριο ασφαλείας | safety margin |
| περιθώριο φερεγγυότητας | solvency margin |
| περίοδος | term |
| περίοδος αναμονής | waiting period |
| περίοδος αποζημίωσης | indemnity period |
| περίοδος αποζημίωσης | period of indemnification |
| περίοδος ασφάλισης | insurance period |
| περίοδος χάριτος | grace period |
| περιορισμένη αγορά | limited market |
| περιορισμός πίστωσης | credit balance squeeze |
| περιορισμός πίστωσης | squeeze |
| περιοριστική διαδικασία | restrictive practice |
| πιθανό ύψος ζημιάς | estimated loss |
| πιθανότητα | probability |
| πίνακας | table |
| πίνακας για σχεδιασμό | drawing board |
| πίνακας θνησιμότητας | mortality table |
| πίνακας πλήρων (ορίων) | table of limits |
| πιστοποίηση | certification |
| πιστοποιητικό | certificate |
| πιστοποιητικό ασφάλισης | insurance certificate |
| πιστοποιητικό θανάτου | death certificate |
| πιστοποιητικό μετοχών | share certificate |
| πίστωση | credit |
| πιστωτής | creditor |
| πλειοψηφική συμμετοχή | majority interest |
| πλεονάζουσα αξία | over-subscribed |
| πλεόνασμα | surplus |
| πληθωρισμός | inflation |
| πλημμύρα | flood |
| πληρεξούσιο | power of attorney |
| πληρεξούσιο | proxy |
| πλήρης ασφάλιση κατοικιών | householder's comprehensive policy |
| πλήρης κάλυψη | full coverage |
| πληροφορίες | information |
| πληρωθείσα ζημιά | claim paid |
| πληρωθέν ασφάλιστρο | premium paid |
| πληρωμή έναντι | payment on account |
| πληρωμή μετρητοίς | cash payment |
| πληρωμή, εξόφληση | payment |
| πληρωτέο | solvent |
| πληρωτέο εκ των προτέρων | payable in advance |
| πληρωτέο με καθυστέρηση | payable in arrears |
| πλοίο, σκάφος | vessel |
| πολιτική ταραχή | civil commotion |
| πολιτικός κίνδυνος | political risk |
| πολλαπλή αποζημίωση | multiple indemnity |
| πόροι | resources |
| ποσό | amount |
| ποσό ασφαλίστρων | premium amount |
| ποσό ζημιάς | amount of loss |
| ποσοστό | percentage |
| ποσοστό αγοράς | market share |
| ποσοστό ακυρώσεων | lapse rate |
| ποσοστό ασφαλίστρου | premium rate |
| ποσοστό ασφαλίστρου | rate |
| ποσοστό ασφαλίστρων | premium |
| ποσοστό αύξησης | growth rate |
| ποσοστό εξόδων | expense ratio |
| ποσοστό ζημιάς | loss ratio |
| πουλώ | to market |
| πραγματική αξία | real value |
| πραγματική απώλεια | actual loss |
| πραγματική ολική απώλεια | actual total loss |
| πραγματικός | real |
| πραγματογνώμονας | claims adjuster |
| πραγματογνώμονας | loss adjuster |
| πραγματογνώμονας, ειδικός | expert |
| πραγματογνωμοσύνη | survey |
| πράκτορας | agent |
| πρακτορειακή συμφωνία-σύμβαση | agency agreement |
| πρακτορείο | agency |
| πράξεις στο κλείσιμο του χρηματιστηρίου | after-hours dealings |
| πράξη ανώτερης βίας | act of god |
| πράξη μεταβίβασης | deed of transfer |
| πράξη μεταβίβασης | transfer deed |
| πράξη μετρητοίς | cash transaction |
| πράσινη κάρτα | green card |
| πρεσβεία | embassy |
| προαιρετική αντασφάλιση | facultative reinsurance |
| προβλεπόμενο από το νόμο, υποχρεωτικό | statutory |
| πρόβλεψη | forecast |
| πρόγραμμα, σχέδιο | scheme |
| προγραμματισμός | planning |
| προεγγραφέν κεφάλαιο | issued capital |
| πρόεδρος | chairman |
| προθεσμία καταγγελίας/ακύρωσης | period of cancellation |
| προθεσμία, χρονικό όριο | time limit |
| προθεσμιακή αγορά | forward market |
| προθεσμιακή κατάθεση | time deposit |
| προϊόν που βασίζεται σε εργασία | labour-intensive |
| προϊόν που βασίζεται σε κεφάλαιο | capital intensive |
| προϊστάμενος συνεργείου | foreman |
| προκαλώ τεχνικές αυξήσεις (μειώσεις) στην αγορά | rigging the market |
| προκαταβολή | advance |
| προκαταβολή | payment in advance |
| προκαταβολή κερδών | interim dividend |
| πρόληψη | prevention |
| πρόληψη ατυχήματος | accident prevention |
| πρόληψη ζημιών | loss prevention |
| πρόληψη πυρκαγιάς | fire prevention |
| προμήθεια | commission |
| προμήθεια | turn commission |
| προμήθεια αντασφάλισης | reinsurance commission |
| προμήθεια ασφαλειομεσίτη | brokerage |
| προμήθεια είσπραξης | collecting commission |
| προμηθευτής | supplier |
| προνομιούχα μετοχή | cumulative preference share |
| προνομιούχα μετοχή | preference share |
| προοπτική | outlook |
| πρόσθετη ασφάλιση | supplementary insurance |
| πρόσθετη πράξη | endorsement |
| πρόσθετη χρέωση | surcharge |
| πρόσθετος ασφαλιζόμενος | additional insured |
| πρόσκαιρη ανικανότητα | temporary disablement/disability |
| πρόσκαιρη ασφάλιση | temporary insurance |
| πρόσκαιρη περιοδική πρόσοδος | temporary annuity |
| πρόσκρουση οχήματος | vehicle impact |
| προστασία | protection |
| προστασία κατά κινδύνου πυρός | fire protection |
| προστιθέμενη αξία | added value |
| προσφορά | offer |
| προσφορά (μετά από ζήτηση) | quotation |
| προσφορά (πρόταση) | offer |
| προσφορά (σε δημοπρασία) | bid |
| προσφορά (σε διαγωνισμό) | tender |
| προσφορά και ζήτηση | supply and demand |
| προσφορά τιμής | quotation |
| προσωπικό | personnel |
| προσωπικό | staff |
| προσωπικό γραφείου | office staff |
| προσωρινή επιστολή κατανομής | provisional allotment letter |
| προσωρινός | temporary |
| πρόταση ασφάλισης | insurance proposal |
| προτεραιότητα | priority |
| προτίμηση | option |
| προτιμολόγιο | proforma invoice |
| προϋπάρχουσα ασφάλιση | previous insurance |
| προϋπάρχουσα κατάσταση | pre-existing condition |
| προϋπάρχουσα πάθηση | previous illness |
| προϋπολογισμός | budget |
| προχρονολόγηση | backdating |
| προώθηση | promotion |
| πρωτασφαλιστής | direct insurer |
| πρώτες ύλες | raw materials |
| πρωτογενές προϊόν | primary product |
| πτώση αεροσκάφους | fall of aircraft |
| πτώχευση | bankruptcy |
| πυρασφαλές | fire proof |
| πυρκαγιά | fire |
| πυροσβεστήρας | fire extinguisher |
| πυροσβεστική υπηρεσία | fire brigade |
| πυροσβεστικός κρουνός υδροληψίας | fire hydrant |
| πώληση | sale |
| πώληση με δόσεις | hire purchase |
| πωλητής | vendor |
ΠΡΟΣΟΧΗ : Το παρόν λεξικό ασφαλιστικών και οικονομικών όρων περιλαμβάνει πλέον των 1500 όρων και έγινε με κίνητρο την αγάπη που έχουμε για την δουλειά μας σαν πραγματογνώμονες. Επειδή όμως δεν είμαστε γλωσσολόγοι ή λεξικογράφοι, καθιστούμε σαφές ότι δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πλήρες και συνεπώς θα πρέπει να ανατρέξετε και σε άλλα επίσημα έντυπα λεξικά. Εάν στο παρόν λεξικό διαπιστώσετε κάποιο λάθος ή κρίνετε οτι πρέπει να εισάγουμε κάποια λέξη ή όρο που λείπει, παρακαλούμε να μας ενημερώσετε αμέσως είτε μέσω της φόρμας επικοινωνίας είτε μέσω e-mail.
Δείτε επίσης στα παρακάτω links :
On line τεστ γνώσης : όροι στα Αγγλικά-Ελληνικά-Αγγλικά
eurodicautom : πολύ καλό λεξικό των γλωσσών της Ευρωπαικής Κοινότητος
|
ΠΡΟΣΟΧΗ : Παρακαλούμε να έχετε πάντα υπ'όψη σας ότι η ερμηνεία του Νόμου και οι συσχετισμοί σχετικών Αρθρων του Νόμου και της Νομολογίας αποτελούν κατ' έξοχή γνωστικό αντικείμενο Νομικού Συμβούλου / Δικηγόρου. Θα πρέπει επίσης να έχετε υπ'όψη σας ότι η συνεισφορά ενός εξειδικευμένου Πραγματογνώμονα / Τεχνικού Συμβούλου, είναι πολλές φορές επιτακτική ανάγκη.
|
||||
|
|
||||
Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ - Πραγματογνώμονες Βασ.Ολγας 216 (δείτε χάρτη) 551 33 Θεσσαλονίκη τηλ : 2310-424363 fax : 2310-424372 κινητό τηλ. 24ωρης επείγουσας επαφής : 6944-781777 Επικοινωνία μαζί μας εγγραφείτε στο newsletter της εταιρείας μας e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ |
Glavopoulos C.D. Associates Inc - Loss Adjusters 216 Vas Olgas Ave (see map) GR-551 33 Thessaloniki Greece, Europe tel : +30-2310424363 fax : +30-2310424372 Emergency 24hour mobile phone : +30-6944781777 Contact Data subscribe to our company newsletter e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Glavopoulos C.D. Associates Inc |
|||
| λέξεις για αποδελτίωση : δικαστική, δικαστικές, Δικαστική, Δικαστικές, πραγματογνωμοσυνη, πραγματογνωμοσύνη, πραγματογνωμοσύνες, πραγματογνωμοσυνες, πραγματογνωμονες, πραγματογνώμονες, πραγματογνωμων, πραγματογνώμονας, πραγματογνωμονας, πραγματογνώμων, φωτιά, φωτια, κλοπή, κλοπη, τροχαίο, τροχαιο, τροχαία, τροχαια, ατύχημα, ατυχημα, εργατικο, εργατικο, μεταφορά, μεταφορές, ηλεκτρονική απάτη, ηλεκτρονικη απατη, πολιτικές ταραχές, πολιτικες ταραχες, πλημμύρα, πλημμυρα, πυρκαγιά, πυρκαγια, πυρκαιά, πυρκαια, αρχική εστία και αιτία, αρχικη εστια και αιτια, σύγκρουση, συγκρουση, καταστροφή, καταστροφη, καταστροφές, καταστροφές, εκτίμηση αξίας, εμπορική, εκτιμηση αξιας, εμπορικη, κατασκευαστική, κατασκευαστικη, κτιριακά, κτιριακα, κτιριακών, κτιριακων, κτίρια, κτιρια, ζημία, ζημίες, ζημια, ζημιες, αποζημίωση, αποζημιωση, τεχνικός σύμβουλος, τεχνικος συμβουλος, ασφαλιστικές, ασφαλιστικες, ασφαλιστική, ασφαλιστικη | ||||
![]() |
||||